βληχῶ

βλήχων
pennyroyal
fem nom/voc/acc dual (doric aeolic)
βλήχων
pennyroyal
fem acc sg
βληχάομαι
bleat
pres imperat mp 2nd sg
βληχάομαι
bleat
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
βληχάζω
fut ind act 1st sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βληχώ — βλήχων pennyroyal fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχώνι — το και βληχούνι και γληχώνι (AM βλήχων, η, Α και βληχώ, οῡς, η και γλήχων, ωνος και γληχώ, οῡς, ιων. τ. και γλάχων, ωνος και γλαχώ, οῡς δωρ. τ., Μ και βλήχων, ωνος, ο) το φυτό ηδύοσμος ο γλήχων (mentha pulegium), το φλησκούνι. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.